Ένα βράδυ στον δρόμο…

Author: Share:

Χθες βράδυ (σ.σ. Σάββατο, 2 Μαΐου) ο Νικόλας Κουρτζής μοιράστηκε στο Facebook την δημοσίευση, που μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω. Ζητήσαμε την άδεια του και το αναδημοσιεύουμε στο The Free Press, γιατί θεωρούμε ότι δίνει τροφή για σκέψη σε όλους μας…


Πριν λίγο βγήκα από το σπίτι για να πάρω κάτι από το δίπλα ψιλικατζίδικο. Βιαζόμουν να το προλάβω ανοιχτό και όντως, ίσα που το πρόλαβα. Αγόρασα αυτό που ήθελα και ξεκίνησα να πάω την Ήρα, το σκυλί μου, τη βραδυνή της βόλτα.

Δεν πρόλαβα να προχωρήσω πολύ. Δέκα μέτρα παρακάτω, σε μια γωνία όπου υπάρχουν μερικοί κάδοι σκουπιδιών, βλέπω ένα καρότσι από σούπερ μάρκετ με μερικά πράγματα μέσα και παραδίπλα ένα ζευγάρι να ψάχνει στα σκουπίδια.

Η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκα κάμποσα λεπτά σκέψης πριν πάω να τους μιλήσω. Προσπαθώντας τώρα να σας πω τι σκέψεις με έκαναν να διστάσω, θα έλεγα ότι ήταν κυρίως ο φόβος μιας κατάστασης που μου ήταν σε μεγάλο βαθμό άγνωστη και ακατανόητη, όσο και απεχθής. Με άλλα λόγια, που δεν ήμουν σίγουρος πώς έπρεπε να τη «χειριστώ», αλλά ίσως κιόλας ενδόμυχα να τη φοβάμαι και να θέλω να την ξορκίσω, για να μη νιώσω το τρομακτικό άγγιγμά της στη ζωή μου.

Μετά από λίγα(;) λεπτά προβληματισμού και δισταγμού, αποφάσισα να ξεπεράσω τους φόβους μου. Στο μεταξύ το ζευγάρι είχε προχωρήσει παρακάτω και είχε σταματήσει στους επόμενους κάδους. Τους πλησίασα και τους χαιρέτησα, όχι χωρίς κάποια αμηχανία. Τους ρώτησα για τι πραγματα ψάχνουν. Έψαχναν για ρούχα, παπούτσια, τέτοια. Τους παρακάλεσα να περιμένουν και έτρεξα στο σπίτι. Ανοίξαμε το πατάρι. Να δυο κιλίμια που δεν τα θέλουμε πια. Να και ένα ζευγάρι παπούτσια που είναι εκτός μόδας. Να και μια ζακέτα που την έχουμε βαρεθεί. Τα πήρα και έτρεξα να τους προλάβω. Έψαχναν ακόμα στους ίδιους κάδους. Τους τα έδωσα και τους ρώτησα, αφελώς, που θα τα πουλήσουν.

«Δεν τα πουλάμε» μου απάντησε χωρίς περιστροφές η εμφανώς ταλαιπωρημένη γυναίκα. «Για το σπίτι μας τα θέλουμε. Αν δεν έχεις δουλειά…» Έφυγα αποσβολωμένος. Η σκληρή πραγματικότητα δεν είχε απλά χτυπήσει την πόρτα της επαρχιώτικης νιρβάνας μου, την είχε ισοπεδώσει.

Σοκαρισμένος και χωρίς να πω τίποτα, έτρεξα σπίτι. Αδειάσαμε τα ντουλάπια και το ψυγείο από ένα σωρό πράγματα. Όσπρια, φρέσκα αυγά, λίγες τηγανιτές μαρίδες, μερικά κουτιά γάλα, μέλι. Κάτω – κάτω, σαν έκπληξη, ένα κουτί με σπιτικά σοκολατάκια.

Με τις σακούλες στο χέρι, βγήκα τρέχοντας σχεδόν από το σπίτι και τράβηξα προς τα εκεί που τους είχα δει να πηγαίνουν. Δεν χρειάστηκε να προχωρήσω πολύ. Λίγο παρακάτω, τους βρήκα να συνεχίζουν τη νυχτερινή τους αναζήτηση. Η γυναίκα στράφηκε προς το μέρος μου και κατευθείαν το βλέμμα της θαρρείς γλύκανε. Ήταν ένα πολύ γλυκό αλλά διαπεραστικό βλέμμα. Της έδωσα τις σακούλες και της είπα τι είχαν μέσα. Δεν της είπα για τα σοκολατάκια – αυτή θα ήταν η μικρή μας έκπληξη για αυτούς. Ποιος ξέρει, μπορεί να πλησιάζει κάποια επέτειός τους… Ενώ ακόμα με ευχαριστούσαν, έκανα μεταβολή και έφυγα.

…….

Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Κατ’ αρχήν δεν ήξερα αν ήθελα να τα γράψω. Στο γυρισμό όμως σκεφτόμουν. Αναλογιζόμουν πόσο απίστευτα σκατά έχουμε κάνει την κοινωνία μας. Οι τυχερότεροι (γιατί είναι πάρα πολύ θέμα τύχης και όχι απλά «αξίας» όπως μας μαθαίνουν να παπαγαλίζουμε) επιπλέουμε ανάσκελα στο βόθρο και είμαστε χαρούμενοι που βλέπουμε τον ουρανό, που το κεφάλι μας δεν είναι βυθισμένο εντελώς στα περιττώματα. Όχι μόνο δεν τολμάμε να γυρίσουμε ώστε να δούμε τι υπάρχει από κάτω, αλλά πολλοί κάνουμε σαν να μην υπάρχει το «από κάτω».

Οι πιο τεχνοκράτες και νεοφιλελευθέροι θα μου πουν ίσως, ότι η απάντηση σε όλα αυτά είναι η ανάπτυξη της οικονομίας. Αν όμως είναι έτσι, τότε με βάση ποια λογική το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει παραπάνω από το 99% του πλούτου; Πώς εξηγείται ότι οι ανισότητες είναι τεράστιες ακόμα και στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες; Πώς αισθάνονται με το γεγονός ότι μόλις 565 Έλληνες (δηλαδή μισό της χιλίοις του πληθυσμού) έχουν συνολική περιουσία 70 δις, δηλαδή το 30% όσων παράγει η χώρα σε ένα χρόνο την ώρα που άλλοι ψάχνουν στα σκουπίδια;

Πώς αντιμετωπίζει ο διεθνής καπιταλισμός, «το καλύτερο οικονομικό σύστημα» κατά πολλούς, τις γιγάντιες πέρα κάθε λογικής, ανισότητες που έχει δημιουργήσει και τρέφει; Στην τεράστια δυστυχία, ακόμα και μεταξύ των εχόντων; Μήπως όλα αυτά θεωρούνται απλώς μια «μικρή αδυναμία» μιας κατά τα λεγόμενα, καλώς πορευόμενης κοινωνίας;

Πέρα όμως από όλα αυτά, τι κάνουμε τελικά όλοι εμείς, ο καθένας μας ξεχωριστά, για να δώσουμε σε κάποιον συν-άνθρωπό μας, που μπορεί να είναι και παιδί, κάτι που για εμάς ίσως είναι κοινό, βαρετό ή παλιό, ενώ για αυτόν ίσως να κάνει τη διαφορά μεταξύ μιας βραδιάς ζεστής με μια παγωμένη; Ενός βραδυνού ύπνου με χορτάτο στομάχι και ενός με άδειο;

[photo via]