Προβάλλεται – Mission Impossible: Fallout [κριτική]

Ο πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας IMF, Ίθαν Χαντ (ο Τομ Κρουζ δηλαδή…) και η ομάδα του έχουν μια πολύ δύσκολη αποστολή: να ανακτήσουν τρεις πυρηνικές βόμβες που βρίσκονται στα χέρια πρώην μυστικών πρακτόρων που πλέον έχουν αλλαξοπιστήσει και έχουν γίνει τρομοκράτες (concept που είχε στηθεί στην προηγούμενη ταινία της σειράς). Μαζί τους έχουν και έναν μυστήριο πράκτορα της CIA (Χένρι Καβίλ) που λειτουργεί ως «επιτηρητής» τους.

Η 6η ταινία ενός franchise που φέρνει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Τομ Κρουζ και πλέον κλείνει 22 χρόνια ζωής προωθήθηκε από τους κριτικούς από τις ΗΠΑ ως η «καλύτερη ταινία της σειράς» και ένα φιλμ που «θυμίζει το Dark Knight». Φυσικά, δεν είναι να εμπιστεύεσαι τους κριτικούς από τις ΗΠΑ…

Είναι το «Mission Impossible: Fallout» η καλύτερη ταινία της σειράς; Σε καμία περίπτωση. Ίσως να κονταροχτυπιέται για την δεύτερη θέση αλλά δεν αγγίζει καν την πρώτη ταινία του franchise που σκηνοθέτησε ο Μπράιαν Ντε Πάλμα το 1996.

Θυμίζει το «Mission Impossible: Fallout» το «The Dark Knight»; Ναι, σε κάποια σημεία το θυμίζει υπερβολικά αλλά μόνο σε οπτικό και αισθητικό επίπεδο. Θα λέγαμε μάλιστα πως αυτά τα σημεία, η δεύτερη πράξη της ταινίας δηλαδή στο περίπου, είναι και η πιο απολαυστική περίοδος του φιλμ. Κατά τα άλλα, σεναριακά δεν υπάρχει η παραμικρή σύγκριση με το «The Dark Knight»: το «Fallout» είναι ταινιούλα μπροστά του.

Η αλήθεια είναι πάντως πως η σκηνοθετική ματιά του Κρίστοφερ Μακουάιρ είναι ενδιαφέρουσα ανά σημεία: οι αλα «Dark Knight» σκηνές είναι να τις πιεις στο ποτήρι (πρέπει να το παραδεχθούμε) ενώ ορισμένα κλεισίματα του ματιού του στο πρώτο μέρος των «Mission Impossible» ταινιών είναι και εμπνευσμένα και καλογυρισμένα. Σε ένα άλλο πλαίσιο ίσως αυτός ο σκηνοθέτης να είχε να πει πολλά πράγματα. Αλλά στο συγκεκριμένο πλαίσιο οι δυνατότητές του είναι περιορισμένες.

Πιστό στην κακή συνήθεια των ταινιών του franchise να αντικλιμακώνουν τη πλοκή τους όσο περνάει η ώρα, πρόβλημα που βρίσκεται εμφανώς στα εξαιρετικά αδύναμα σενάριά τους, το «Fallout» από ένα σημείο και μετά δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να πει και έτσι το ρίχνει στη βαρετή και περιττή δράση τραβώντας αδικαιολόγητα και κουραστικά τη διάρκειά του.

Τα κίνητρα των χαρακτήρων δεν πείθουν άνθρωπο, οι ανατροπές είναι όπως πάντα ασόβαρες, ο guest star Xένρι Καβίλ δεν «δένει» ποτέ με τα υπόλοιπα στάνταρ μέλη της ομάδας αλλά εδώ που τα λέμε δεν τον βοηθάει και ιδιαίτερα ο χαρακτήρας του σε σεναριακό επίπεδο και έτσι, το «Fallout» κάνει αυτό που κάνουν και οι δυο προκάτοχοί του: κολυμπάει στην μετριότητα.

Δεν θα αποφύγουμε να μπούμε στη συζήτηση για το ποια είναι η θέση του μέσα στο franchise: το «Fallout» είναι σαφώς ανώτερο από το εκτρωματικό «Mission Impossible 2» του Τζον Γου. Μάλλον νικάει στα σημεία τα επίσης μέτρια «Ghost Protocol» και «Rogue Nation» διότι σε αντίθεση με αυτά, έχει έναν σκηνοθέτη που είναι ικανός να χτίσει στιβαρό σασπένς ανά σημεία και να «ντύσει» με ατμόσφαιρα το δημιούργημά του. Χάνει όμως από το «Mission Impossible 3» που έχει πολύ πιο φρέσκια και λιγότερο διεκπαιρεωτική δράση, καλύτερα δουλεμένους χαρακτήρες και έναν απολαυστικό κακό (τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν). Και προφανώς χάνει από την πρώτη, εκπληκτική ταινία του 1996. Άρα είναι μάλλον η τρίτη καλύτερη ταινία της σειράς από τις έξι.

Με τρεις λέξεις: η απόλυτη μετριότητα.


Άρθρο του Δημοσθένη Χριστόπουλου στο Cinefreaks.gr