Είδαμε το «Καλή όρεξη και αντίο» από τους Άστεγους

Τοποθετημένο στην Αθήνα μιας… οποιασδήποτε εποχής, το έργο «Καλή Όρεξη κι… αντίο» του Νίκου Μήτσα, που ανέβηκε από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα της Λέσβου «Οι Άστεγοι», θέλει μια παρέα τεσσάρων νέων ανθρώπων, μάλλον αριστερών καταβολών και πεποιθήσεων, να εφαρμόζει ένα ιδιαίτερο σχέδιο σωτηρίας του κόσμου. Αφορμή στέκεται ένας καυγάς με έναν – καταφανέστατα – ναζιστή καλεσμένο τους για δείπνο, ο οποίος γρήγορα ξεφεύγει και καταλήγει στον φόνο του. Το σχέδιο συγκάλυψης του εγκλήματος γρήγορα εξελίσσεται σε ένα σχέδιο εξολόθρευσης όλων όσων με οποιονδήποτε τρόπο συμβάλλουν στην διαμόρφωση ενός σάπιου κοινωνικά περιβάλλοντος και είναι σχετικά απλό: θα τον προσκαλούν για δείπνο, θα προσπαθούν να του αλλάξουν απόψεις κι αν αποδεικνύεται αμετανόητος, τότε θα τον δηλητηριάζουν και θα εξαφανίζουν το πτώμα του… στον κήπο με τις ντομάτες.

Από το τραπέζι τους περνά μια σειρά ανθρώπων, που εκπροσωπούν τις πιο… μαύρες κοινωνικές ομάδες: ομοφοβικοί, απατεώνες, συντηρητικοί, μέχρι και… κακές πεθερές. Η κάθαρση της κοινωνίας (και η καλλιέργεια και συγκομιδή ντομάτας) εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, τόσο γρήγορα όσο ξεκινούν να εμφανίζονται και τα πρώτα σημάδια αμφισβήτησης και έντασης στο εσωτερικό της παρέας. Οι χαρακτήρες μας έρχονται αντιμέτωποι με σοβαρά διλήμματα, τα ίδια τα οποία έχουν και οι θεατές από τα πρώτα κιόλας λεπτά της παράστασης: ποια είναι η διαχωριστική ηθική γραμμή, που χωρίζει το «κάθαρμα» από τον αυτόκλητο τιμωρό του;

Γρήγοροι ρυθμοί, όμορφες ερμηνείες από όλους τους συμμετέχοντες (στη σκηνή και στο βίντεο) και ένα λιτό (άλλα σε καμία περίπτωση «λίγο») σκηνικό, που εξυπηρετούσε τις τεχνικές ανάγκες της παράστασης αφήνοντας το πεδίο στους ηθοποιούς να… «παίξουν μπάλα».

Αυτό το στοιχείο του προβληματισμού είναι που έχει το μεγαλύτερο βάρος σε ένα έργο ευχάριστο, άλλα όχι και ξεκαρδιστικό, μιας που το να προκαλέσει το γέλιο στους θεατές του δεν είναι μάλλον και στις πρώτες προτεραιότητες. Μπροστά στο κοινό εξελίσσονται καταστάσεις, κάπως τραβηγμένες βέβαια (συγγραφική αδεία), άλλα και εξαιρετικά επίκαιρες εν μέσω μιας ιδιαίτερα διχαστικής περιόδου για την χώρα, με την κοινωνική συνοχή να βρίσκεται πάνω σε τεντωμένο σχοινί (αν δεν έχει διαταραχθεί ήδη ανεπανόρθωτα) και όπου η έννοια της κάθε είδους αυτοδικίας έχει σχεδόν μονοπωλήσει τον δημόσιο διάλογο και έχει ήδη οδηγήσει σε τραγικά γεγονότα…

Γρήγοροι ρυθμοί, όμορφες ερμηνείες από όλους τους συμμετέχοντες (στη σκηνή και στο βίντεο) και ένα λιτό (άλλα σε καμία περίπτωση «λίγο») σκηνικό, που εξυπηρετούσε τις τεχνικές ανάγκες της παράστασης αφήνοντας το πεδίο στους ηθοποιούς να… «παίξουν μπάλα».

«Μια παράσταση πολύ προσεγμένη απ’ τα σκηνοθετικά χέρια της Χριστίνας Μαμουλή.
Ένα έργο που σε σπρώχνει να κάνεις πολλαπλές αναγνώσεις για τον θύτη και το θύμα, για τον καλό και τον κακό, για θέματα που διχάζουν την σημερινή Ελλάδα αλλά και τον μικρό μεγάλο κόσμο μας.
Εντυπωσιάστηκα απ το χειρισμό της φωνής της Μαρίας Βουλβούλη και απτα μύχια επιφωνήματά της.Εξαιρετικός ο Χρυσόστομος Στεργιανός κι η διαφορετική του πάλη. Τοσο καλός ο Γιάννης Βασιλέλλης και τόσο ετοιμόλογος όταν με ένα έξυπνο και αριστοτεχνικο τρόπο όχι απλά έσωσε τη σκηνή του αλλά την απογείωσε όταν χτύπησε ένα ξεχασμένο ανοικτο κινητό απτην πλατεία.
Η Κατερίνα Κομνηνάκα τόσο έμπειρη…
Ένα έργο με πολλούς καρατερίστικους ρόλους που θέλουν πολύ μαεστρία για να βγουν και τόσο όμορφοι οι ηθοποιοί μέσα τους.»

Όλγα Χιώτη στο Facebook

Κάτι το οποίο δεν μπόρεσε να αποφευχθεί, δυστυχώς, ήταν κάποια αχρείαστα μέρη άλλα και τα σεναριακά άλματα, τα οποία ήταν εμφανή κυρίως στην μεταβολή των χαρακτήρων και στις σχετικά απότομες εναλλαγές των σκηνών, 1-2 από τις οποίες ήταν μάλλον ασυνήθιστα σύντομες. Ενδεχομένως το γεγονός ότι αναφερόμαστε στην μεταφορά ενός κινηματογραφικού σεναρίου στο θέατρο παίζει τον ρόλο του, και ο κατά τ’ άλλα έξυπνος και τεχνικά άρτιος συνδυασμός των επί σκηνής ερμηνειών των ηθοποιών και του βίντεο, κυρίως στο μέσο του έργου, δεν βοήθησε αρκετά σε αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν το εξετάσουμε συνολικά, το ανέβασμα του έργου «Καλή όρεξη κι αντίο» από τους Άστεγους (για πρώτη φορά στην Ελλάδα) επιβεβαίωνει το πόσο τυχεροί είμαστε στη Λέσβο, με την πληθώρα ικανότατων και ταλαντούχων ερασιτεχνικών ομάδων, που μυούν το κοινό στο καλό, ποιοτικό θέατρο εδώ και δεκαετίες. Κάτι, που μεταφράζεται και σε αγάπη και στήριξη από τους θεατές, που γεμίζουν το θέατρο σε κάθε παράσταση.


Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Χριστίνα Μαμουλή
Σκηνικά: Η ομάδα
Κοστούμια: Όλγα Συροπούλου, Λένα Τριανταφύλλου
Video Μοντάζ: Σταμάτης Γιαννάκης
Μουσική επιμέλεια: Κλεομένης Τζαννέτος
Χειρισμός Προβολής: Σταμάτης Γιαννάκης
Χειρισμός ηχητικών: Χαρά Γροσομανίδου
Φωτισμοί: Κλεομένης Τζαννέτος
Χειρισμός φωτισμών : Παναγιώτης Γιαννούλης
Αφίσα – Πρόγραμμα: Σταμάτης Γιαννάκης
Μακιγιάζ: Alex Divanis
Υποβολείο: Αφροδίτη Γιαννέλλη
Φροντιστήριο: Όλγα Συροπούλου, Αλέκα Κομνηνού, Θοδωρής Πάντας

Έπαιξαν με σειρά εμφάνισης:
Φρέντρικ: Χρυσόστομος Στεργιανός
Μάριος: Γιάννης Βασιλέλλης
Άννα: Μαρία Βουλβούλη
Ναταλία: Κατερίνα Κομνηνάκα
Γρηγόρης: Ντικράν Ματοσσιάν
Πάτερ Ιωάννης: Κλεομένης Τζαννέτος
Αστυνόμος: Βαγγέλης Παυλής
Έλενα: Μαρίνα Ισμήνη Ιωαννάτου
Άρης Λιβιτσάνος: Βαγγέλης Ντάβας

Και σε βίντεο:
Παρουσιάστρια: Μαρία Λογιωτάτου
Κα Δεληγιάννη: Αγγελική Γεωργαντά
Δημοσθένης: Χρήστος Μαλακός
Ντίνος: Άκης Αργυρόπουλος
Θάλεια: Όλγα Συροπούλου
Κάτια: Αφροδίτη Γιαννέλλη
Πίτσα: Αλέκα Κομνηνού
Μιχάλης: Θέμις Χατζηλάμπρου
Μαίρη: Χαρά Γροσομανίδου
Και η μικρή Αντιγόνη: Χαριφίλη Σπάθη